Πρώιμες μορφές
Οι πρώτοι τύποι ελληνικής γραφής (αλφαβήτου) εμφανίζονται τον 8ο αιώνα π.Χ. (η προγενέστερη Γραμμική Β’ ήταν διαφορετικού τύπου σύστημα γραφής της ελληνικής γλώσσας).
Οι Έλληνες αρχικά χρησιμοποιούσαν μόνο κεφαλαία γράμματα (κεφαλαιογράμματη ή μεγαλογράμματη γραφή) και δεν χώριζαν τις λέξεις μεταξύ τους. Η γραφή ήταν συνεχόμενη, από τα δεξιά προς τα αριστερά. Αργότερα άρχισαν να γράφουν βουστροφηδόν, δηλαδή με εναλλασσόμενη φορά που άλλαζε κατά στίχο. Έτσι, η μια γραμμή (στίχος) είναι γραμμένη από δεξιά προς αριστερά, η επόμενη αντίθετα κ.ο.κ. Η λέξη περιγράφει την κίνηση του βοδιού, όταν διατρέχει το χωράφι στο όργωμα. Η αρχαϊκή αυτή γραφή εγκαταλείφθηκε τον 7ο με 6ο π.Χ. αιώνα. Σταδιακά υιοθετήθηκε η γραφή από τα αριστερά προς τα δεξιά που εμφανίστηκε τον 6ο και γενικεύτηκε τον 5ο αι. π.Χ.
Ιωνικό αλφάβητο
Διάφορες παραλλαγές του αλφαβήτου ήταν σε χρήση στις διάφορες πόλεις κράτη, βασίλεια, και αποικίες. Το 403 π.Χ., οι Αθηναίοι που μιλούσαν την Αττική διάλεκτο υιοθετούν επίσημα για τη γραφή τους το Ιωνικό αλφάβητο. Κατά την περίοδο των Ελληνιστικών χρόνων (που ξεκινά με τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου) η διάδοση της Ελληνικής γλώσσας (σήμερα γνωστής ως ελληνιστική κοινή, η οποία αποτελεί μετεξέλιξη της αττικής διαλέκτου) επεκτάθηκε ιδιαίτερα. Οπότε και η ιωνική μορφή του αλφαβήτου επικράτησε στις υπόλοιπες εκδοχές του.
Πολυτονική γραφή
Επειδή όμως οι μη ελληνόφωνοι έως τότε λαοί αγνοούσαν την προφορά των λέξεων, δημιουργήθηκαν τονικά σύμβολα που βοηθούν να προφέρονται σωστά οι γραπτές λέξεις. Περίπου το 200 π.Χ. ο Αριστοφάνης ο Βυζάντιος, διευθυντής της Βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας δημιούργησε και χρησιμοποίησε την σήμερα λεγόμενη πολυτονική γραφή προσθέτοντας τονικά σημεία και πνεύματα στην κατά τα άλλα κεφαλαιογράμματη γραφή.
Πεζοί χαρακτήρες
Μόλις στις αρχές του 9ου μ.Χ. αιώνα εμφανίζεται μια εξελικτική αλλαγή στον τρόπο γραφής, η μικρογράμματη εκδοχή των χαρακτήρων του ελληνικού αλφαβήτου. Αναφέρεται και ως Βυζαντινή ή Στουδιτική γραφή, γιατί το παλαιότερο δείγμα της που χρονολογείται από το 835, προέρχεται από τη μονή Στουδίου (Κωνσταντινούπολη). Οι πεζοί χαρακτήρες συνδυάζονται και συνυπάρχουν πρακτικά και αισθητικά, τόσο με τα κεφαλαία που παραμένουν ως στοιχείο έμφασης στους τίτλους στα αρχιγράμματα και ενίοτε μέσα στο κείμενο, όσο και με το πολυτονικό σύστημα. Ο συνδυασμός αυτός υιοθετήθηκε κατά κόρον για τις αντιγραφές των αρχαίων κειμένων στις χριστιανικές μονές. Άλλωστε η ταχύτητα της γραφής ήταν και ο κύριος λόγος δημιουργίας των πεζών χαρακτήρων.







